Греческий словарь
с грамматикой

αυτοανακηρύσσω

[aftoanakiˈriso]глаголC1

Значения

1
провозглашать себя самого, объявлять себя (без санкции или права)
to proclaim oneself, declare oneself without authority · αυτοανακηρύσσεται πρόεδρος — объявляет себя президентом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αυτοανακηρύσσω
εσύ
αυτοανακηρύσσεις
αυτός
αυτοανακηρύσσει
εμείς
αυτοανακηρύσσουμε
εσείς
αυτοανακηρύσσετε
αυτοί
αυτοανακηρύσσουν
Аорист
εγώ
αυτοανακήρυξα
εσύ
αυτοανακήρυξες
αυτός
αυτοανακήρυξε
εμείς
αυτοανακηρύξαμε
εσείς
αυτοανακηρύξατε
αυτοί
αυτοανακήρυξαν
Будущее
εγώ
θα αυτοανακηρύξω
εσύ
θα αυτοανακηρύξεις
αυτός
θα αυτοανακηρύξει
εμείς
θα αυτοανακηρύξουμε
εσείς
θα αυτοανακηρύξετε
αυτοί
θα αυτοανακηρύξουν

Примеры

Ο αιρετικός αυτοανακήρυξε τον εαυτό του πάπα.
Еретик объявил себя папой. · The heretic proclaimed himself pope.
Αυτοανακηρύσσονται ως προφήτες χωρίς καμία απόδειξη.
Они объявляют себя пророками без всяких доказательств. · They proclaim themselves prophets without any proof.
Θα αυτοανακηρύξει τον εαυτό του αρχηγό της κίνησης.
Он объявит себя лидером движения. · He will declare himself the movement's leader.