αυθεντικότητα
[afθentiˈkotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
подлинность, аутентичность
authenticity, genuineness · η αυθεντικότητα ενός έργου τέχνης — подлинность художественного произведения
2
достоверность, надежность (информации, источника)
reliability, trustworthiness (of information, source) · αμφισβητώ την αυθεντικότητα του κειμένου — оспариваю достоверность текста
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αυθεντικότητα
вин.
την αυθεντικότητα
род.
της αυθεντικότητας
зват.
αυθεντικότητα
Мн. ч.
им.
οι αυθεντικότητες
вин.
τις αυθεντικότητες
род.
των αυθεντικοτήτων
зват.
αυθεντικότητες
Примеры
Η αυθεντικότητα του πίνακα αποδείχθηκε με επιστημονικές μεθόδους.
Подлинность картины была доказана научными методами. · The authenticity of the painting was proven by scientific methods.
Αμφισβητεί κανείς την αυθεντικότητα αυτών των εγγράφων;
Кто-нибудь сомневается в достоверности этих документов? · Does anyone question the authenticity of these documents?
Αναζητώ αυθεντικότητα στην τέχνη και την ζωή.
Я ищу подлинность в искусстве и жизни. · I seek authenticity in art and in life.
Το εστιατόριο διατηρεί την αυθεντικότητα της παραδοσιακής κουζίνας.
Ресторан сохраняет подлинность традиционной кухни. · The restaurant preserves the authenticity of traditional cuisine.