ατομικότητα
[atomiˈkotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
индивидуальность, личностные черты, отличающие человека
individuality, the qualities that make a person unique · η ατομικότητα του καλλιτέχνη — индивидуальность художника
2
атомизм (философская концепция)
atomism (philosophical doctrine) · η ατομικότητα στην αρχαία φιλοσοφία — атомизм в древней философии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ατομικότητα
вин.
την ατομικότητα
род.
της ατομικότητας
зват.
ατομικότητα
Мн. ч.
им.
οι ατομικότητες
вин.
τις ατομικότητες
род.
των ατομικοτήτων
зват.
ατομικότητες
Примеры
Η ατομικότητα είναι θεμελιώδης για την ανθρώπινη ανάπτυξη.
Индивидуальность является основополагающей для развития человека. · Individuality is fundamental to human development.
Κάθε παιδί εκφράζει την ατομικότητά του με διαφορετικό τρόπο.
Каждый ребёнок выражает свою индивидуальность по-разному. · Every child expresses their individuality in a different way.
Οι φιλόσοφοι συζητούν την ατομικότητα και την κοινωνικότητα.
Философы обсуждают атомизм и социальность. · Philosophers debate atomism and sociality.