Греческий словарь
с грамматикой

ατλαντικός

[atlanˈdikos]прилагательноеB1

Значения

1
атлантический
Atlantic · ο Ατλαντικός Ωκεανός — Атлантический океан

Грамматика

мужской род
им.
ατλαντικός
вин.
ατλαντικό
род.
ατλαντικού
зват.
ατλαντικέ
женский род
им.
ατλαντική
вин.
ατλαντική
род.
ατλαντικής
зват.
ατλαντική
средний род
им.
ατλαντικό
вин.
ατλαντικό
род.
ατλαντικού
зват.
ατλαντικό

Примеры

Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι πολύ ψυχρός.
Атлантический океан очень холодный. · The Atlantic Ocean is very cold.
Οι ατλαντικές ακτές είναι γραφικές.
Атлантические побережья живописны. · Atlantic coasts are picturesque.
Ταξίδεψαν στο ατλαντικό ρεύμα.
Они путешествовали в Атлантическом течении. · They travelled in the Atlantic current.