Греческий словарь
с грамматикой

ασχολούμαι

[aˈsxoˈlume]глаголA2

Значения

1
заниматься, увлекаться
to occupy oneself with, to be engaged in, to be interested in · ασχολούμαι με μουσική — заниматься музыкой
2
беспокоить, надоедать, докучать
to bother, to pester, to annoy · Μην με ασχολείς! — Не надоедай мне!

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ασχολούμαι
εσύ
ασχολείσαι
αυτός
ασχολείται
εμείς
ασχολούμαστε
εσείς
ασχολείστε
αυτοί
ασχολούνται
Аорист
εγώ
ασχολήθηκα
εσύ
ασχολήθηκες
αυτός
ασχολήθηκε
εμείς
ασχολήθηκαν
εσείς
ασχολήθηκαν
αυτοί
ασχολήθηκαν
Будущее
εγώ
θα ασχοληθώ
εσύ
θα ασχοληθείς
αυτός
θα ασχοληθεί
εμείς
θα ασχοληθούμε
εσείς
θα ασχοληθείτε
αυτοί
θα ασχοληθούν

Примеры

Ασχολούμαι με την εργασία μου.
Я занимаюсь своей работой. · I am occupied with my work.
Τα παιδιά ασχολούνται με τα παιχνίδια.
Дети занимаются игрушками. · The children are playing with toys.
Ασχολήθηκα με την ανάγνωση όλη την ημέρα.
Я занимался чтением весь день. · I was absorbed in reading all day.
Μην με ασχολείς με τις ερωτήσεις σου!
Не приставай ко мне со своими вопросами! · Stop bothering me with your questions!