ασφαλιστικός
[asfalisti'kos]прилагательноеB2
Значения
1
страховой, относящийся к страхованию
insurance-related, pertaining to insurance · ασφαλιστικός όργανισμος — страховая компания
2
защитный, охранительный
protective, safeguarding · ασφαλιστικά μέτρα — предупредительные меры
Грамматика
мужской род
им.
ασφαλιστικός
вин.
ασφαλιστικό
род.
ασφαλιστικού
зват.
ασφαλιστικέ
женский род
им.
ασφαλιστική
вин.
ασφαλιστική
род.
ασφαλιστικής
зват.
ασφαλιστική
средний род
им.
ασφαλιστικό
вин.
ασφαλιστικό
род.
ασφαλιστικού
зват.
ασφαλιστικό
Примеры
Η ασφαλιστική εταιρεία αποδέχθηκε την αξίωση.
Страховая компания приняла иск. · The insurance company accepted the claim.
Χρειάζονται ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων.
Необходимы защитные меры для защиты данных. · Protective measures are needed for data protection.
Το ασφαλιστικό κάλυμμα δεν περιλαμβάνει όλες τις ζημιές.
Страховое покрытие не включает все виды убытков. · The insurance coverage does not include all types of damage.