Греческий словарь
с грамматикой

ασφαλίζω

[asfalˈizo]глаголB1

Значения

1
застраховать, обезопасить
to insure, to secure · ασφαλίζω το σπίτι μου — застраховать свой дом
2
обеспечить, гарантировать
to ensure, to guarantee · ασφαλίζω την ασφάλεια — обеспечить безопасность
3
закрепить, укрепить
to fasten, to fix securely · ασφαλίζω το φορτίο — закрепить груз

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ασφαλίζω
εσύ
ασφαλίζεις
αυτός
ασφαλίζει
εμείς
ασφαλίζουμε
εσείς
ασφαλίζετε
αυτοί
ασφαλίζουν
Аорист
εγώ
ασφάλισα
εσύ
ασφάλισες
αυτός
ασφάλισε
εμείς
ασφαλίσαμε
εσείς
ασφαλίσατε
αυτοί
ασφάλισαν
Будущее
εγώ
θα ασφαλίσω
εσύ
θα ασφαλίσεις
αυτός
θα ασφαλίσει
εμείς
θα ασφαλίσουμε
εσείς
θα ασφαλίσετε
αυτοί
θα ασφαλίσουν

Примеры

Πρέπει να ασφαλίσεις το αυτοκίνητό σου.
Ты должен застраховать свою машину. · You should insure your car.
Η εταιρεία ασφαλίζει τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά.
Компания страхует товары при транспортировке. · The company insures goods during transport.
Έχουμε ασφαλίσει τα περισσότερα μας αγαθά.
Мы застраховали большинство нашего имущества. · We have insured most of our property.
Ασφαλίστε καλά το φορτίο πριν ξεκινήσετε.
Хорошо закрепите груз перед отправкой. · Secure the cargo well before you leave.