ασφάλιση
[asˈfali.si]существительноеη · женский родB1
Значения
1
страховка, страхование
insurance · ασφάλιση αυτοκινήτου — автомобильная страховка
2
безопасность, защита
safety, security · ασφάλιση της δουλειάς — гарантированность работы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ασφάλιση
вин.
την ασφάλιση
род.
της ασφάλισης
зват.
ασφάλιση
Мн. ч.
им.
οι ασφαλίσεις
вин.
τις ασφαλίσεις
род.
των ασφαλίσεων
зват.
ασφαλίσεις
Примеры
Έκανα ασφάλιση για το σπίτι μου.
Я застраховал свой дом. · I insured my house.
Η ασφάλισή του στη δουλειά είναι πολύ σημαντική.
Стабильность его работы очень важна. · His job security is very important.
Πόσο κοστίζει η ασφάλιση του αυτοκινήτου;
Сколько стоит страховка автомобиля? · How much does car insurance cost?
Οι ασφαλίσεις υγείας είναι υποχρεωτικές.
Медицинские страховки обязательны. · Health insurance policies are mandatory.