ασυνήθιστος
[asinˈθisto]прилагательноеB1
Значения
1
необычный, непривычный
unusual, uncommon · κάτι ασυνήθιστο — что-то необычное
2
странный, чудной
strange, odd · ασυνήθιστη συμπεριφορά — странное поведение
Грамматика
мужской род
им.
ασυνήθιστος
вин.
ασυνήθιστο
род.
ασυνήθιστου
зват.
ασυνήθιστε
женский род
им.
ασυνήθιστη
вин.
ασυνήθιστη
род.
ασυνήθιστης
зват.
ασυνήθιστη
средний род
им.
ασυνήθιστο
вин.
ασυνήθιστο
род.
ασυνήθιστου
зват.
ασυνήθιστο
Примеры
Αυτό το φαγητό έχει ασυνήθιστη γεύση.
Это блюдо имеет необычный вкус. · This dish has an unusual taste.
Ήταν ασυνήθιστο να φτάσει τόσο νωρίς.
Было странно, что он пришёл так рано. · It was odd that he arrived so early.
Οι καιρικές συνθήκες είναι ασυνήθιστες για την εποχή.
Погодные условия необычны для этого сезона. · The weather conditions are unusual for the season.
Του άρεσαν τα ασυνήθιστα ονόματα.
Ему нравились необычные имена. · He liked unusual names.