αστυφύλακας
[astiˈfilakás]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
городской полицейский, полицейский (в городе)
police officer, constable, cop · ο αστυφύλακας στην αστυνομία — полицейский в полиции
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αστυφύλακας
вин.
τον αστυφύλακα
род.
του αστυφύλακα
зват.
αστυφύλακα
Мн. ч.
им.
οι αστυφύλακες
вин.
τους αστυφύλακες
род.
των αστυφυλάκων
зват.
αστυφύλακες
Примеры
Ο αστυφύλακας σταμάτησε το αυτοκίνητο.
Полицейский остановил автомобиль. · The police officer stopped the car.
Δύο αστυφύλακες περιπολούν στην πλατεία.
Два полицейских патрулируют на площади. · Two officers are patrolling the square.
Κάλεσε τον αστυφύλακα για βοήθεια.
Он позвал полицейского на помощь. · He called the police officer for help.