αστυνόμος
[astɪˈnomos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
полицейский
police officer · ο αστυνόμος στο δρόμο — полицейский на улице
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αστυνόμος
вин.
τον αστυνόμο
род.
του αστυνόμου
зват.
αστυνόμε
Мн. ч.
им.
οι αστυνόμοι
вин.
τους αστυνόμους
род.
των αστυνόμων
зват.
αστυνόμοι
Примеры
Ο αστυνόμος ελέγχει τα έγγραφα του οδηγού.
Полицейский проверяет документы водителя. · The police officer checks the driver's documents.
Κάλεσα τους αστυνόμους για να αναφέρω το περιστατικό.
Я позвонил полицейским, чтобы сообщить об инциденте. · I called the police to report the incident.
Ο αστυνόμος με βοήθησε να βρω τον δρόμο.
Полицейский помог мне найти дорогу. · The police officer helped me find my way.