αστυνομικός
[astinoˈmikos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
полицейский (мужчина)
police officer (male) · ένας αστυνομικός — один полицейский
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αστυνομικός
вин.
τον αστυνομικό
род.
του αστυνομικού
зват.
αστυνομικέ
Мн. ч.
им.
οι αστυνομικοί
вин.
τους αστυνομικούς
род.
των αστυνομικών
зват.
αστυνομικοί
Примеры
Ο αστυνομικός σταμάτησε το αυτοκίνητο.
Полицейский остановил машину. · The police officer stopped the car.
Οι αστυνομικοί έρχονται στο σχολείο μας.
Полицейские приходят в нашу школу. · The police officers are coming to our school.
Ζητήσαμε τη βοήθεια ενός αστυνομικού.
Мы попросили помощь у полицейского. · We asked a police officer for help.