αστυνομία
[astinoˈmia]существительноеη · женский родA1
Значения
1
полиция
police · δουλεύει στην αστυνομία — работает в полиции
2
полицейское управление, отделение полиции
police station, police department · πήγε στην αστυνομία να κάνει καταγγελία — пошёл в полицию подать заявление
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αστυνομία
вин.
την αστυνομία
род.
της αστυνομίας
зват.
αστυνομία
Мн. ч.
им.
οι αστυνομίες
вин.
τις αστυνομίες
род.
των αστυνομιών
зват.
αστυνομίες
Примеры
Η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο χθες.
Полиция арестовала подозреваемого вчера. · The police arrested the suspect yesterday.
Πήραμε τηλέφωνο την αστυνομία για τον κλέφτη.
Мы позвонили в полицию из-за вора. · We called the police about the thief.
Στη νέα αστυνομία δουλεύουν πολλοί αστυνομικοί.
На новом полицейском управлении работают многие полицейские. · Many officers work at the new police station.