αστροστόλος
[astroˈstolos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
командующий военным флотом; адмирал (в древности)
commander of a naval fleet; admiral (in antiquity) · ο αστροστόλος της Αθηνάς — афинский военный флот
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αστροστόλος
вин.
τον αστροστόλο
род.
του αστροστόλου
зват.
αστροστόλε
Мн. ч.
им.
οι αστροστόλοι
вин.
τους αστροστόλους
род.
των αστροστόλων
зват.
αστροστόλοι
Примеры
Ο Θεμιστοκλής ήταν ο αστροστόλος της αθηναϊκής δύναμης.
Фемистокл был командующим афинским флотом. · Themistocles was the commander of the Athenian naval force.
Οι αστροστόλοι των αρχαίων κρατών ήταν έμπειροι ναυτικοί.
Адмиралы древних государств были опытными военными моряками. · The admirals of ancient states were experienced naval commanders.
Ο αστροστόλος διοικούσε τα πολεμικά πλοία με στρατηγική.
Командующий флотом руководил боевыми кораблями со стратегией. · The fleet commander directed the warships with tactical skill.