αστροστόλο
[astroˈstolo]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
астрофлот, звёздный флот (в научной фантастике)
starfleet, space fleet (in science fiction) · το αστροστόλο της ομοσπονδίας — астрофлот федерации
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αστροστόλο
вин.
το αστροστόλο
род.
του αστροστόλου
зват.
αστροστόλο
Мн. ч.
им.
τα αστροστόλα
вин.
τα αστροστόλα
род.
των αστροστόλων
зват.
αστροστόλα
Примеры
Το αστροστόλο της Ένωσης κυβερνά τον γαλαξία.
Астрофлот Союза управляет галактикой. · The Union's starfleet governs the galaxy.
Οι διοικητές του αστροστόλου έλαβαν νέες εντολές.
Командиры астрофлота получили новые приказы. · The starfleet commanders received new orders.
Στα αστροστόλα της περιοχής υπηρετούσαν χιλιάδες αξιωματικοί.
На флотах этого региона служили тысячи офицеров. · Thousands of officers served in the regional starfleets.