αστροναύτης
[astroˈnaftis]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
космонавт, астронавт
astronaut · άνθρωπος στο διάστημα — человек в космосе
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αστροναύτης
вин.
τον αστροναύτη
род.
του αστροναύτη
зват.
αστροναύτη
Мн. ч.
им.
οι αστροναύτες
вин.
τους αστροναύτες
род.
των αστροναυτών
зват.
αστροναύτες
Примеры
Ο αστροναύτης περπάτησε στη Σελήνη.
Астронавт ходил по Луне. · The astronaut walked on the Moon.
Οι αστροναύτες εκπαιδεύονται για χρόνια.
Космонавты тренируются много лет. · Astronauts train for years.
Ήθελα να γίνω αστροναύτης όταν ήμουν παιδί.
Я хотел стать космонавтом, когда был маленьким. · I wanted to become an astronaut when I was a child.
Η αποστολή του αστροναύτη ήταν επιτυχημένη.
Миссия космонавта была успешной. · The astronaut's mission was successful.