αστράφτω
[aˈstrafto]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
сверкать, блистать
to flash, to gleam, to sparkle · τα αστέρια αστράφτουν — звёзды сверкают
2
сверкнуть (молнией)
to flash (of lightning) · αστράφτει ο ουρανός — небо сверкает
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αστράφτω
εσύ
αστράφτεις
αυτός
αστράφτει
εμείς
αστράφτουμε
εσείς
αστράφτετε
αυτοί
αστράφτουν
Аорист
εγώ
άστραψα
εσύ
άστραψες
αυτός
άστραψε
εμείς
αστράψαμε
εσείς
αστράψατε
αυτοί
άστραψαν
Будущее
εγώ
θα αστράψω
εσύ
θα αστράψεις
αυτός
θα αστράψει
εμείς
θα αστράψουμε
εσείς
θα αστράψετε
αυτοί
θα αστράψουν
Примеры
Το διαμάντι αστράφτει στο φως του ήλιου.
Алмаз сверкает на солнечном свете. · The diamond sparkles in the sunlight.
Χθες άστραψε μεγάλη αστραπή κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.
Вчера была яркая молния во время грозы. · Yesterday there was a bright flash during the storm.
Τα μάτια της αστράφτουν από χαρά.
Её глаза сверкают от радости. · Her eyes gleam with joy.
Αν αστράψει και βροντήσει, θα μείνουμε στο σπίτι.
Если будет молния и гром, мы останемся дома. · If there's lightning and thunder, we'll stay home.