Греческий словарь
с грамматикой

αστερισμός

[asterizˈmos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
созвездие
constellation · ο Μέγας Άρκτος είναι αστερισμός — Большая Медведица — это созвездие
2
группа звёзд; звёздное скопление
group of stars; asterism · μικρός αστερισμός στον ουράνιο θόλο — маленькая группа звёзд на небе

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αστερισμός
вин.
τον αστερισμό
род.
του αστερισμού
зват.
αστερισμέ
Мн. ч.
им.
οι αστερισμοί
вин.
τους αστερισμούς
род.
των αστερισμών
зват.
αστερισμοί

Примеры

Ο Ωρίων είναι ένας διάσημος αστερισμός.
Орион — знаменитое созвездие. · Orion is a famous constellation.
Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τους αστερισμούς με μυθικά όνοματα.
Древние греки называли созвездия мифологическими именами. · The ancient Greeks named constellations after mythological figures.
Αυτός ο μικρός αστερισμός δεν είναι εύκολο να δεις από τη γη.
Это маленькое созвездие не так легко увидеть с земли. · This small constellation is not easy to see from Earth.