Греческий словарь
с грамматикой

αστερικός

[asteriˈkos]прилагательноеB1

Значения

1
звёздный, относящийся к звёздам
relating to stars, stellar · αστερικός ουρανός — звёздное небо
2
звездообразный, имеющий форму звезды
star-shaped · αστερικό σχήμα — форма звезды

Грамматика

мужской род
им.
αστερικός
вин.
αστερικό
род.
αστερικού
зват.
αστερικέ
женский род
им.
αστερική
вин.
αστερική
род.
αστερικής
зват.
αστερική
средний род
им.
αστερικό
вин.
αστερικό
род.
αστερικού
зват.
αστερικό

Примеры

Ο αστερικός ουρανός ήταν υπέροχος εκείνη τη νύχτα.
Звёздное небо было прекрасно той ночью. · The starry sky was magnificent that night.
Το αστερικό σχήμα του λουλουδιού είναι πολύ όμορφο.
Звездообразная форма цветка очень красива. · The star-shaped form of the flower is very beautiful.
Αυτή η αστερική διαμόρφωση δεν είναι συνηθισμένη.
Это звёздообразное расположение не типично. · This stellar configuration is not common.