Греческий словарь
с грамматикой

αστειεύομαι

[astevˈɛvome]глаголB1

Значения

1
шутить, острить, говорить остроумные вещи
to joke, to make witty remarks, to be funny · αστειεύεται με το χιούμορ του — он острит своим чувством юмора
2
валять дурака, прикидываться глупцом
to fool around, to act foolishly · σταμάτα να αστειεύεσαι — перестань валять дурака

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αστειεύομαι
εσύ
αστειεύεσαι
αυτός
αστειεύεται
εμείς
αστειευόμαστε
εσείς
αστειεύεστε
αυτοί
αστειεύονται
Аорист
εγώ
αστείευσα
εσύ
αστείευσες
αυτός
αστείευσε
εμείς
αστειεύσαμε
εσείς
αστειεύσατε
αυτοί
αστείευσαν
Будущее
εγώ
θα αστειεύομαι
εσύ
θα αστειεύεσαι
αυτός
θα αστειεύεται
εμείς
θα αστειευόμαστε
εσείς
θα αστειεύεστε
αυτοί
θα αστειεύονται

Примеры

Αστειεύεται πάντα όταν συναντώμαι μαζί του.
Он всегда острит, когда мы встречаемся вместе. · He always makes jokes whenever we meet.
Σταμάτα να αστειεύεσαι και άκουσέ με σοβαρά.
Перестань валять дурака и слушай меня серьёзно. · Stop fooling around and listen to me seriously.
Χθες αστειεύτηκε με όλους στο πάρτι.
Вчера он острил со всеми на вечеринке. · Yesterday he was joking with everyone at the party.
Μην αστειεύεσαι με εμένα τώρα.
Не шути со мной сейчас. · Don't joke with me now.