Греческий словарь
с грамматикой

ασκώ

[asˈko]глаголB1

Значения

1
упражняться, тренироваться
to practise, to train, to exercise · ασκώ κάθε μέρα — тренируюсь каждый день
2
заниматься (профессией, ремеслом)
to practise (a profession, craft) · ασκώ δικηγορία — занимаюсь адвокатурой
3
осуществлять, проводить в жизнь
to exercise, to exert (power, influence) · ασκώ πίεση — оказываю давление

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ασκώ
εσύ
ασκείς
αυτός
ασκεί
εμείς
ασκούμε
εσείς
ασκείτε
αυτοί
ασκούν
Аорист
εγώ
άσκησα
εσύ
άσκησες
αυτός
άσκησε
εμείς
ασκήσαμε
εσείς
ασκήσατε
αυτοί
άσκησαν
Будущее
εγώ
θα ασκήσω
εσύ
θα ασκήσεις
αυτός
θα ασκήσει
εμείς
θα ασκήσουμε
εσείς
θα ασκήσετε
αυτοί
θα ασκήσουν

Примеры

Ασκώ γυμναστική τρεις φορές την εβδομάδα.
Я занимаюсь спортом три раза в неделю. · I do gymnastics three times a week.
Ασκούσε δικηγορία για τριάντα χρόνια.
Он занимался адвокатурой тридцать лет. · He practised law for thirty years.
Η κυβέρνηση ασκεί μεγάλη επιρροή στην οικονομία.
Правительство оказывает большое влияние на экономику. · The government exerts great influence over the economy.
Θα ασκήσουν πολλές ώρες για το αγώνισμα.
Они будут много тренироваться к соревнованию. · They will train hard for the competition.