Греческий словарь
с грамматикой

ασβεστόλιθος

[azveˈstɔliθɔs]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
известняк
limestone · πέτρα ασβεστόλιθος — известняковая скала

Грамматика

Ед. ч.
им.
o ασβεστόλιθος
вин.
τον ασβεστόλιθο
род.
του ασβεστόλιθου
зват.
ασβεστόλιθε
Мн. ч.
им.
οι ασβεστόλιθοι
вин.
τους ασβεστόλιθους
род.
των ασβεστολίθων
зват.
ασβεστόλιθοι

Примеры

Ο ασβεστόλιθος είναι ένα σημαντικό μέταλλο.
Известняк — важный полезный ископаемый. · Limestone is an important mineral resource.
Αυτά τα λευκά βουνά είναι από ασβεστόλιθο.
Эти белые горы состоят из известняка. · These white mountains are made of limestone.
Εξορύσσουν ασβεστόλιθους από το ορυχείο.
Они добывают известняк в карьере. · They extract limestone from the quarry.