αρωματίζω
[aromaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
придавать аромат, ароматизировать
to perfume, to scent, to flavour with aroma · αρωματίζω το δωμάτιο — ароматизирую комнату
2
пахнуть чем-то приятным, издавать аромат
to smell sweet, to emit a fragrance · αρωματίζει από τα λουλούδια — пахнет цветами
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρωματίζω
εσύ
αρωματίζεις
αυτός
αρωματίζει
εμείς
αρωματίζουμε
εσείς
αρωματίζετε
αυτοί
αρωματίζουν
Аорист
εγώ
αρωμάτισα
εσύ
αρωμάτισες
αυτός
αρωμάτισε
εμείς
αρωματίσαμε
εσείς
αρωματίσατε
αυτοί
αρωμάτισαν
Будущее
εγώ
θα αρωματίσω
εσύ
θα αρωματίσεις
αυτός
θα αρωματίσει
εμείς
θα αρωματίσουμε
εσείς
θα αρωματίσετε
αυτοί
θα αρωματίσουν
Примеры
Αρωματίζω το σπίτι με κερί.
Я ароматизирую дом свечой. · I scent the house with a candle.
Την αρωμάτισε με ένα ακριβό άρωμα.
Он одарил её дорогим парфюмом. · He scented her with an expensive perfume.
Τα λουλούδια αρωματίζουν ολόκληρο το κήπο.
Цветы ароматизируют весь сад. · The flowers perfume the whole garden.
Θα αρωματίσουν τα πρόχειρα με μπαχαρικά.
Они ароматизируют закуски специями. · They will flavour the snacks with spices.