αρχιτεκτονικός
[arxitekoniˈkos]прилагательноеB1
Значения
1
архитектурный, относящийся к архитектуре
architectural, relating to architecture · αρχιτεκτονικό στυλ — архитектурный стиль
2
архитектурно спланированный, хорошо продуманный в структуре
architecturally planned, well-structured · αρχιτεκτονική σύνθεση — архитектурная композиция
Грамматика
мужской род
им.
αρχιτεκτονικός
вин.
αρχιτεκτονικό
род.
αρχιτεκτονικού
зват.
αρχιτεκτονικέ
женский род
им.
αρχιτεκτονική
вин.
αρχιτεκτονική
род.
αρχιτεκτονικής
зват.
αρχιτεκτονική
средний род
им.
αρχιτεκτονικό
вин.
αρχιτεκτονικό
род.
αρχιτεκτονικού
зват.
αρχιτεκτονικό
Примеры
Το αρχιτεκτονικό στυλ του κτιρίου είναι μοντέρνο.
Архитектурный стиль здания современный. · The architectural style of the building is modern.
Οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της εκκλησίας είναι εκπληκτικές.
Архитектурные детали церкви поразительны. · The architectural details of the church are striking.
Αυτό είναι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα του 18ου αιώνα.
Это архитектурный шедевр XVIII века. · This is an architectural masterpiece of the 18th century.
Η αρχιτεκτονική σύνθεση του χώρου είναι πολύ σκεπτικά σχεδιασμένη.
Архитектурная композиция пространства тщательно продумана. · The architectural composition of the space is carefully planned.