αρχιτέκτονας
[arxiˈtektonas]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
архитектор
architect · σχεδιάζει κτίρια — проектирует здания
Грамматика
Ед. ч.
им.
o αρχιτέκτονας
вин.
τον αρχιτέκτονα
род.
του αρχιτέκτονα
зват.
αρχιτέκτονα
Мн. ч.
им.
οι αρχιτέκτονες
вин.
τους αρχιτέκτονες
род.
των αρχιτεκτόνων
зват.
αρχιτέκτονες
Примеры
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα σύγχρονο κτίριο.
Архитектор спроектировал современное здание. · The architect designed a modern building.
Συνεργάστηκα με έναν διάσημο αρχιτέκτονα.
Я работал с известным архитектором. · I worked with a famous architect.
Οι αρχιτέκτονες παρουσίασαν τα σχέδιά τους.
Архитекторы представили свои проекты. · The architects presented their designs.
Ποιος είναι ο αρχιτέκτονας του μουσείου;
Кто архитектор этого музея? · Who is the architect of the museum?