αρχιπέλαγος
[arçiˈpelaɣos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
архипелаг, группа островов
archipelago, group of islands · νησιά σε μια περιοχή — острова в одном районе
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αρχιπέλαγος
вин.
τον αρχιπέλαγο
род.
του αρχιπελάγου
зват.
αρχιπέλαγε
Мн. ч.
им.
οι αρχιπέλαγοι
вин.
τους αρχιπελάγους
род.
των αρχιπελάγων
зват.
αρχιπέλαγοι
Примеры
Το ελληνικό αρχιπέλαγος είναι πολύ όμορφο.
Греческий архипелаг очень красив. · The Greek archipelago is very beautiful.
Ταξιδεύουμε στον αρχιπέλαγο κάθε καλοκαίρι.
Мы путешествуем по архипелагу каждое лето. · We travel around the archipelago every summer.
Οι νήσοι του αρχιπελάγου έχουν πλούσια ιστορία.
Острова архипелага имеют богатую историю. · The islands of the archipelago have a rich history.