αρχιλοχία
[arxiloˈxia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
взвод (воинское подразделение из 30-40 человек)
platoon (military unit of 30-40 soldiers) · στρατιωτική μονάδα — военная единица
2
отряд, группа (в переносном смысле)
group, band, detachment · ομάδα ανθρώπων — группа людей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρχιλοχία
вин.
την αρχιλοχία
род.
της αρχιλοχίας
зват.
αρχιλοχία
Мн. ч.
им.
οι αρχιλοχίες
вин.
τις αρχιλοχίες
род.
των αρχιλοχιών
зват.
αρχιλοχίες
Примеры
Η αρχιλοχία του περιμένει τις εντολές του αξιωματικού.
Взвод ждёт приказов офицера. · The platoon is waiting for the officer's orders.
Οι αρχιλοχίες του στρατού είναι καλά εκπαιδευμένες.
Взводы армии хорошо обучены. · The army's platoons are well trained.
Ο διοικητής της αρχιλοχίας ήταν πολύ αυστηρός.
Командир взвода был очень строгим. · The platoon commander was very strict.