Греческий словарь
с грамматикой

αρχιεπισκοπή

[arxiepiskopˈi]существительноеη · женский родC1

Значения

1
архиепископство, архиепископская кафедра
archbishopric, see of an archbishop · η αρχιεπισκοπή της Αθήνας — архиепископство Афин
2
архиепископская резиденция
archbishop's residence, archiepiscopal palace · η αρχιεπισκοπή στο κέντρο της πόλης — архиепископская резиденция в центре города

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αρχιεπισκοπή
вин.
την αρχιεπισκοπή
род.
της αρχιεπισκοπής
зват.
αρχιεπισκοπή
Мн. ч.
им.
οι αρχιεπισκοπές
вин.
τις αρχιεπισκοπές
род.
των αρχιεπισκοπών
зват.
αρχιεπισκοπές

Примеры

Η αρχιεπισκοπή των Αθηνών είναι ένα σημαντικό θρησκευτικό κέντρο.
Архиепископство Афин — важный религиозный центр. · The archbishopric of Athens is an important religious centre.
Ο αρχιεπίσκοπος διαμένει στην αρχιεπισκοπή του.
Архиепископ проживает в своей архиепископской резиденции. · The archbishop resides in his archiepiscopal residence.
Την αρχιεπισκοπή την επισκέφθησαν πολλοί πιστοί.
Архиепископскую резиденцию посетили многие верующие. · Many of the faithful visited the archbishop's residence.