αρχιεπίσκοπος
[arçiepˈiskɔpos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
архиепископ, высший чин в православной и католической иерархии
archbishop, senior bishop in Orthodox and Catholic hierarchy · ο αρχιεπίσκοπος της Αθήνας — архиепископ Афин
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αρχιεπίσκοπος
вин.
τον αρχιεπίσκοπο
род.
του αρχιεπισκόπου
зват.
αρχιεπίσκοπε
Мн. ч.
им.
οι αρχιεπίσκοποι
вин.
τους αρχιεπισκόπους
род.
των αρχιεπισκόπων
зват.
αρχιεπίσκοποι
Примеры
Ο αρχιεπίσκοπος ευλόγησε τους πιστούς κατά τη λειτουργία.
Архиепископ благословил верующих во время богослужения. · The archbishop blessed the faithful during the service.
Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είναι ο πρωτάρχης της Ελλάδος.
Архиепископ Иеронимос является примасом Греции. · Archbishop Hieronymus is the primate of Greece.
Την επόμενη εβδομάδα θα επισκεφθούν τον αρχιεπίσκοπο.
На следующей неделе они посетят архиепископа. · Next week they will visit the archbishop.