αρχηγώ
[arçiˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
руководить, быть лидером, возглавлять
to lead, to be the leader of, to head · αρχηγώ μια ομάδα — возглавляю команду
2
командовать, быть главнокомандующим
to command, to be in command of · αρχηγώ τις δυνάμεις — командую войсками
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρχηγώ
εσύ
αρχηγείς
αυτός
αρχηγεί
εμείς
αρχηγούμε
εσείς
αρχηγείτε
αυτοί
αρχηγούν
Аорист
εγώ
αρχήγησα
εσύ
αρχήγησες
αυτός
αρχήγησε
εμείς
αρχηγήσαμε
εσείς
αρχηγήσατε
αυτοί
αρχήγησαν
Будущее
εγώ
θα αρχηγήσω
εσύ
θα αρχηγήσεις
αυτός
θα αρχηγήσει
εμείς
θα αρχηγήσουμε
εσείς
θα αρχηγήσετε
αυτοί
θα αρχηγήσουν
Примеры
Ο Μάρκος αρχηγεί τη νέα ομάδα.
Маркос руководит новой командой. · Markos leads the new team.
Αρχήγησε τις δυνάμεις με μεγάλη στρατηγική.
Он командовал войсками с блестящей стратегией. · He commanded the forces with excellent strategy.
Θα αρχηγήσει το κίνημα για τις αλλαγές.
Он возглавит движение за перемены. · He will lead the movement for change.
Αρχηγούσαν την εξέγερση κατά της κυβέρνησης.
Они возглавляли восстание против правительства. · They were leading the uprising against the government.