αρχαιότητα
[arxeˈotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
древность, древние времена
antiquity, ancient times · η αρχαιότητα της Ελλάδας — древность Греции
2
древний предмет, артефакт
antique, ancient object · συλλογή αρχαιοτήτων — коллекция древностей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρχαιότητα
вин.
την αρχαιότητα
род.
της αρχαιότητας
зват.
αρχαιότητα
Мн. ч.
им.
οι αρχαιότητες
вин.
τις αρχαιότητες
род.
των αρχαιοτήτων
зват.
αρχαιότητες
Примеры
Η αρχαιότητα της Αθήνας είναι παγκόσμια γνωστή.
Древность Афин известна во всём мире. · The antiquity of Athens is known worldwide.
Το μουσείο εκθέτει πολλές σπάνιες αρχαιότητες.
Музей выставляет много редких древностей. · The museum displays many rare antiquities.
Αυτές οι αρχαιότητες χρονολογούνται στην κλασική περίοδο.
Эти артефакты датируются классическим периодом. · These antiquities date from the classical period.