Греческий словарь
с грамматикой

αρχαιολόγος

[arxeolˈoɣos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
археолог
archaeologist · ο αρχαιολόγος σκάβει — археолог раскапывает

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αρχαιολόγος
вин.
τον αρχαιολόγο
род.
του αρχαιολόγου
зват.
αρχαιολόγε
Мн. ч.
им.
οι αρχαιολόγοι
вин.
τους αρχαιολόγους
род.
των αρχαιολόγων
зват.
αρχαιολόγοι

Примеры

Ο αρχαιολόγος ανακάλυψε αρχαία νομίσματα.
Археолог обнаружил древние монеты. · The archaeologist discovered ancient coins.
Η αρχαιολόγος εργάζεται στο μουσείο.
Археолог работает в музее. · The archaeologist works at the museum.
Οι αρχαιολόγοι μελετούν τα ερείπια της Αθήνας.
Археологи изучают руины Афин. · The archaeologists study the ruins of Athens.