αρχαιολογικός
[arxeoloyiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
археологический
archaeological · αρχαιολογικές ανασκαφές — археологические раскопки
Грамматика
мужской род
им.
αρχαιολογικός
вин.
αρχαιολογικό
род.
αρχαιολογικού
зват.
αρχαιολογικέ
женский род
им.
αρχαιολογική
вин.
αρχαιολογική
род.
αρχαιολογικής
зват.
αρχαιολογική
средний род
им.
αρχαιολογικό
вин.
αρχαιολογικό
род.
αρχαιολογικού
зват.
αρχαιολογικό
Примеры
Το αρχαιολογικό μουσείο είναι γεμάτο ενδιαφέροντα αντικείμενα.
Археологический музей полон интересных предметов. · The archaeological museum is full of interesting objects.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως σημαντικές ανακαλύψεις.
Археологические раскопки выявили важные открытия. · Archaeological excavations brought important discoveries to light.
Αυτός ο τόπος έχει μεγάλη αρχαιολογική αξία.
Это место имеет большую археологическую ценность. · This site has great archaeological value.
Η αρχαιολογική έρευνα συνεχίζεται αρκετά χρόνια.
Археологические исследования продолжаются уже много лет. · Archaeological research has been ongoing for many years.