αρχαιολογία
[arxeoloyˈia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
археология
archaeology · η μελέτη των αρχαίων — изучение древних времён
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρχαιολογία
вин.
την αρχαιολογία
род.
της αρχαιολογίας
зват.
αρχαιολογία
Мн. ч.
им.
οι αρχαιολογίες
вин.
τις αρχαιολογίες
род.
των αρχαιολογιών
зват.
αρχαιολογίες
Примеры
Η αρχαιολογία είναι μια συναρπαστική επιστήμη.
Археология — это увлекательная наука. · Archaeology is a fascinating science.
Σπουδάζει αρχαιολογία στο πανεπιστήμιο.
Она изучает археологию в университете. · She studies archaeology at university.
Οι ανασκαφές αρχαιολογίας αποκάλυψαν νέα στοιχεία.
Археологические раскопки выявили новые свидетельства. · Archaeological excavations revealed new evidence.