Греческий словарь
с грамматикой

αρχή

[arˈxi]существительноеη · женский родA1

Значения

1
начало
beginning, start · η αρχή του χρόνου — начало года
2
принцип, основной принцип
principle, fundamental rule · αρχές της δημοκρατίας — принципы демократии
3
власть, руководство
authority, rule, government · η εξουσία και η αρχή — власть и управление

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αρχή
вин.
την αρχή
род.
της αρχής
зват.
αρχή
Мн. ч.
им.
οι αρχές
вин.
τις αρχές
род.
των αρχών
зват.
αρχές

Примеры

Η αρχή του σχολικού έτους είναι τον Σεπτέμβριο.
Начало учебного года в сентябре. · The school year begins in September.
Πρέπει να σεβόμαστε τις αρχές της δημοκρατίας.
Мы должны уважать принципы демократии. · We must respect the principles of democracy.
Από την αρχή, ήξερα ότι θα ήταν δύσκολο.
С самого начала я знал, что будет сложно. · From the start, I knew it would be difficult.
Οι αρχές διέταξαν να κλείσει το κατάστημα.
Власти приказали закрыть магазин. · The authorities ordered the store to close.