Греческий словарь
с грамматикой

αρρωστώ

[aˈrɔstɔ]глаголA1

Значения

1
болеть, быть больным
to be ill, to be sick · αρρωστώ με γρίπη — я болею гриппом
2
заболеть (внезапно заболеть)
to fall ill, to get sick · ξαφνικά αρρώστησε — внезапно он заболел

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρρωστώ
εσύ
αρρωσταίς
αυτός
αρρωσταίνει
εμείς
αρρωσταίνουμε
εσείς
αρρωσταίνετε
αυτοί
αρρωσταίνουν
Аорист
εγώ
αρρώστησα
εσύ
αρρώστησες
αυτός
αρρώστησε
εμείς
αρρωστήσαμε
εσείς
αρρωστήσατε
αυτοί
αρρώστησαν
Будущее
εγώ
θα αρρωστήσω
εσύ
θα αρρωστήσεις
αυτός
θα αρρωστήσει
εμείς
θα αρρωστήσουμε
εσείς
θα αρρωστήσετε
αυτοί
θα αρρωστήσουν

Примеры

Πέρσι αρρώστησα με κοβιντ.
В прошлом году я заболел(а) ковидом. · Last year I had COVID.
Όταν αρρωστώ, μένω στο σπίτι.
Когда я болею, остаюсь дома. · When I'm ill, I stay at home.
Ο γιος μου αρρωσταίνει συχνά το χειμώνα.
Мой сын часто болеет зимой. · My son often gets sick in winter.
Δεν ήθελα να αρρωστήσω πριν τις διακοπές.
Я не хотел(а) заболеть перед каникулами. · I didn't want to fall ill before the holidays.