Греческий словарь
с грамматикой

αρρωσταίνω

[aˈrɔstaɪnɔ]глаголA2

Значения

1
болеть, быть больным
to be ill, to be sick · αρρωσταίνω από γρίπη — болею гриппом
2
заболевать, заболеть
to fall ill, to become sick · αρρώστησε χθες — заболел вчера

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρρωσταίνω
εσύ
αρρωσταίνεις
αυτός
αρρωσταίνει
εμείς
αρρωσταίνουμε
εσείς
αρρωσταίνετε
αυτοί
αρρωσταίνουν
Аорист
εγώ
αρρώστησα
εσύ
αρρώστησες
αυτός
αρρώστησε
εμείς
αρρωστήσαμε
εσείς
αρρωστήσατε
αυτοί
αρρώστησαν
Будущее
εγώ
θα αρρωσταίνω
εσύ
θα αρρωσταίνεις
αυτός
θα αρρωσταίνει
εμείς
θα αρρωσταίνουμε
εσείς
θα αρρωσταίνετε
αυτοί
θα αρρωσταίνουν

Примеры

Ο Γιάννης αρρωσταίνει και δεν έρχεται σήμερα.
Янис болен и не приходит сегодня. · Yannis is ill and won't come today.
Αρρώστησα και έμεινα στο σπίτι όλη τη βδομάδα.
Я заболел и остался дома всю неделю. · I fell ill and stayed home all week.
Κάθε χειμώνα αρρωσταίνουν τα παιδιά από το κρύο.
Каждую зиму дети болеют от холода. · Every winter the children get ill from the cold.