Греческий словарь
с грамматикой

αρραβωνιαστικός

[araˈvoniastiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
относящийся к помолвке; помолвочный
relating to an engagement or betrothal · δακτύλιος αρραβωνιαστικός — обручальное кольцо

Грамматика

мужской род
им.
αρραβωνιαστικός
вин.
αρραβωνιαστικό
род.
αρραβωνιαστικού
зват.
αρραβωνιαστικέ
женский род
им.
αρραβωνιαστική
вин.
αρραβωνιαστική
род.
αρραβωνιαστικής
зват.
αρραβωνιαστική
средний род
им.
αρραβωνιαστικό
вин.
αρραβωνιαστικό
род.
αρραβωνιαστικού
зват.
αρραβωνιαστικό

Примеры

Το αρραβωνιαστικό δακτύλιο είναι από χρυσό.
Обручальное кольцо сделано из золота. · The engagement ring is made of gold.
Πήρε την αρραβωνιαστική συμφωνία πολύ σοβαρά.
Она восприняла обручение очень серьёзно. · She took the engagement very seriously.
Η αρραβωνιαστική τελετή θα είναι επόμενο Σάββατο.
Торжество помолвки состоится в следующую субботу. · The engagement ceremony will be next Saturday.