αρραβωνιαστικιά
[araβoniasˈtika]существительноеη · женский родB2
Значения
1
помолвка, обручение; обручальные подарки или украшения
engagement; betrothal gifts or rings given at an engagement ceremony · ανταλλαγή αρραβωνιαστικών — обмен обручальными подарками
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρραβωνιαστικιά
вин.
την αρραβωνιαστικιά
род.
της αρραβωνιαστικιάς
зват.
αρραβωνιαστικιά
Мн. ч.
им.
οι αρραβωνιαστικιές
вин.
τις αρραβωνιαστικιές
род.
των αρραβωνιαστικιών
зват.
αρραβωνιαστικιές
Примеры
Της έδωσε ένα δαχτυλίδι σαν αρραβωνιαστικιά.
Он дал ей кольцо в качестве обручального подарка. · He gave her a ring as an engagement gift.
Οι αρραβωνιαστικιές περιλαμβάνουν χρυσά κοσμήματα.
Обручальные подарки включали золотые украшения. · The betrothal gifts included gold jewellery.
Στη Κρήτη, οι αρραβωνιαστικιές είναι παραδοσιακή συνήθεια.
На Крите обручальные подарки — это традиционный обычай. · In Crete, betrothal gifts are a traditional custom.