αρραβωνιαστίνη
[aravonjaˈstini]существительноеη · женский родB1
Значения
1
невеста, помолвленная девушка
fiancée, betrothed woman · η αρραβωνιαστίνη του — его невеста
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρραβωνιαστίνη
вин.
την αρραβωνιαστίνη
род.
της αρραβωνιαστίνης
зват.
αρραβωνιαστίνη
Мн. ч.
им.
οι αρραβωνιαστίνες
вин.
τις αρραβωνιαστίνες
род.
των αρραβωνιαστίνων
зват.
αρραβωνιαστίνες
Примеры
Η αρραβωνιαστίνή του είναι πολύ όμορφη.
Его невеста очень красивая. · His fiancée is very beautiful.
Πήγαν οι αρραβωνιαστίνες στο περιοδικό.
Помолвленные девушки пошли в журнал. · The betrothed women went to the magazine.
Γνώρισα την αρραβωνιαστίνη του φίλου μου.
Я познакомилась с невестой моего друга. · I met my friend's fiancée.