Греческий словарь
с грамматикой

αρραβωνιασμένος

[aˈravoˈnazˈmenos]прилагательноеB1

Значения

1
помолвленный, обручённый
engaged, betrothed · αρραβωνιασμένη νύφη — помолвленная невеста

Грамматика

мужской род
им.
αρραβωνιασμένος
вин.
αρραβωνιασμένο
род.
αρραβωνιασμένου
зват.
αρραβωνιασμένε
женский род
им.
αρραβωνιασμένη
вин.
αρραβωνιασμένη
род.
αρραβωνιασμένης
зват.
αρραβωνιασμένη
средний род
им.
αρραβωνιασμένο
вин.
αρραβωνιασμένο
род.
αρραβωνιασμένου
зват.
αρραβωνιασμένο

Примеры

Η αρραβωνιασμένη του είναι πολύ όμορφη.
Его невеста очень красива. · His fiancée is very beautiful.
Είναι αρραβωνιασμένος εδώ και δύο χρόνια.
Он помолвлен уже два года. · He has been engaged for two years.
Το αρραβωνιασμένο ζευγάρι ετοιμάζει τον γάμο.
Помолвленная пара готовит свадьбу. · The engaged couple is preparing their wedding.