αρραβωνιάζω
[aravoˈnjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
помолвить, обручить
to betroth, to engage · αρραβωνιάζω κάποιον — обручиться с кем-то
2
скреплять договор задатком, давать залог
to seal a deal with a deposit, to pledge · αρραβωνιάζω τη συμφωνία — скреплять соглашение задатком
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρραβωνιάζω
εσύ
αρραβωνιάζεις
αυτός
αρραβωνιάζει
εμείς
αρραβωνιάζουμε
εσείς
αρραβωνιάζετε
αυτοί
αρραβωνιάζουν
Аорист
εγώ
αρραβώνιασα
εσύ
αρραβώνιασες
αυτός
αρραβώνιασε
εμείς
αρραβωνιάσαμε
εσείς
αρραβωνιάσατε
αυτοί
αρραβώνιασαν
Будущее
εγώ
θα αρραβωνιάσω
εσύ
θα αρραβωνιάσεις
αυτός
θα αρραβωνιάσει
εμείς
θα αρραβωνιάσουμε
εσείς
θα αρραβωνιάσετε
αυτοί
θα αρραβωνιάσουν
Примеры
Αρραβώνιασαν τα παιδιά τους πέρυσι.
Они обручили своих детей в прошлом году. · They betrothed their children last year.
Θα αρραβωνιάσουν τη συμφωνία με δεκάχιλιες ευρώ.
Они скрепят договор десятитысячным залогом. · They will seal the agreement with a ten-thousand euro deposit.
Αρραβωνιάζεται με έναν πλούσιο εμπόρο.
Она помолвлена с богатым торговцем. · She is betrothed to a wealthy merchant.