αρραβωνιάζομαι
[aravoˈnjazome]глаголотложительный (-ομαι)B1
Значения
1
обручаться, помолвиться
to get engaged, to become betrothed · αρραβωνιάζομαι με τον αγαπημένό μου — я обручаюсь с моим любимым
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρραβωνιάζομαι
εσύ
αρραβωνιάζεσαι
αυτός
αρραβωνιάζεται
εμείς
αρραβωνιαζόμαστε
εσείς
αρραβωνιάζεστε
αυτοί
αρραβωνιάζονται
Аорист
εγώ
αρραβωνιάστηκα
εσύ
αρραβωνιάστηκες
αυτός
αρραβωνιάστηκε
εμείς
αρραβωνιαστήκαμε
εσείς
αρραβωνιαστήκατε
αυτοί
αρραβωνιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα αρραβωνιαστώ
εσύ
θα αρραβωνιαστείς
αυτός
θα αρραβωνιαστεί
εμείς
θα αρραβωνιαστούμε
εσείς
θα αρραβωνιαστείτε
αυτοί
θα αρραβωνιαστούν
Примеры
Η Μαρία αρραβωνιάστηκε τον Γιάννη χθες.
Мария помолвилась с Яннисом вчера. · Maria got engaged to Yannis yesterday.
Θα αρραβωνιαστούν στο καλοκαίρι του επόμενου χρόνου.
Они помолвятся летом следующего года. · They will get engaged next summer.
Δεν ήθελε να αρραβωνιαστεί πολύ νωρίς.
Она не хотела помолвиться слишком рано. · She didn't want to get engaged too early.