Греческий словарь
с грамматикой

αρραβωνιάζομαι

[araˈvoniˈazome]глаголB1

Значения

1
помолвиться, обручиться, получить обручальное кольцо
to get engaged, to be betrothed, to exchange engagement rings · αρραβωνιάζομαι με τον αγαπημένο μου — обручаюсь с моим возлюбленным
2
давать задаток, закреплять соглашение задатком
to give a pledge or earnest money, to seal an agreement with a deposit · αρραβωνιάζομαι την αγορά με προκαταβολή — скрепляю покупку задатком

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρραβωνιάζομαι
εσύ
αρραβωνιάζεσαι
αυτός
αρραβωνιάζεται
εμείς
αρραβωνιαζόμαστε
εσείς
αρραβωνιάζεστε
αυτοί
αρραβωνιάζονται
Аорист
εγώ
αρραβωνιάστηκα
εσύ
αρραβωνιάστηκες
αυτός
αρραβωνιάστηκε
εμείς
αρραβωνιαστήκαμε
εσείς
αρραβωνιαστήκατε
αυτοί
αρραβωνιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα αρραβωνιαστώ
εσύ
θα αρραβωνιαστείς
αυτός
θα αρραβωνιαστεί
εμείς
θα αρραβωνιαστούμε
εσείς
θα αρραβωνιαστείτε
αυτοί
θα αρραβωνιαστούν

Примеры

Αρραβωνιάστηκε με τον φίλο της χθες.
Она обручилась со своим другом вчера. · She got engaged to her friend yesterday.
Όταν αρραβωνιάζονται, ανταλλάσσουν δαχτυλίδια.
Когда они помолвляются, они обмениваются кольцами. · When they get engaged, they exchange rings.
Θα αρραβωνιαστώ με έναν καλό άνδρα σύντομα.
Я скоро помолвлюсь с хорошим человеком. · I'll get engaged to a good man soon.
Αρραβωνιάστηκαν με δαχτυλίδια από το κοσμηματοπωλείο.
Они обручились с кольцами из ювелирного магазина. · They got engaged with rings from the jeweler.