Греческий словарь
с грамматикой

αρπάζω

[arˈpazu]глаголA2

Значения

1
хватать, схватывать, резко брать
to snatch, to grab, to seize · αρπάζω ένα βιβλίο — хватаю книгу
2
похищать, крать
to steal, to abduct · αρπάζω τα λεφτά — крду деньги
3
увлекать, захватывать (эмоционально)
to captivate, to sweep away · η μουσική με αρπάζει — музыка меня захватывает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρπάζω
εσύ
αρπάζεις
αυτός
αρπάζει
εμείς
αρπάζουμε
εσείς
αρπάζετε
αυτοί
αρπάζουν
Аорист
εγώ
άρπαξα
εσύ
άρπαξες
αυτός
άρπαξε
εμείς
αρπάξαμε
εσείς
αρπάξατε
αυτοί
άρπαξαν
Будущее
εγώ
θα αρπάξω
εσύ
θα αρπάξεις
αυτός
θα αρπάξει
εμείς
θα αρπάξουμε
εσείς
θα αρπάξετε
αυτοί
θα αρπάξουν

Примеры

Ο γάτος άρπαξε το ποντίκι.
Кот схватил мышку. · The cat caught the mouse.
Την αρπάζουν τα όνειρα κάθε νύχτα.
Её захватывают мечты каждую ночь. · Dreams sweep her away every night.
Αρπάξαμε τις καλύτερες θέσεις στην αίθουσα.
Мы заняли лучшие места в зале. · We grabbed the best seats in the hall.
Θα αρπάξεις την ευκαιρία;
Ты воспользуешься этой возможностью? · Will you seize the opportunity?