Греческий словарь
с грамматикой

αρνούμαι

[arˈnúme]глаголA2

Значения

1
отрицать, отказываться
to deny, to refuse · αρνείται ότι το έκανε — отрицает, что это сделал
2
отказывать (в чём-либо)
to deny someone something, to withhold · δεν του αρνήθηκε τίποτα — ничего ему не отказала

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρνούμαι
εσύ
αρνείσαι
αυτός
αρνείται
εμείς
αρνούμαστε
εσείς
αρνείστε
αυτοί
αρνούνται
Аорист
εγώ
αρνήθηκα
εσύ
αρνήθηκες
αυτός
αρνήθηκε
εμείς
αρνηθήκαμε
εσείς
αρνηθήκατε
αυτοί
αρνήθηκαν
Будущее
εγώ
θα αρνηθώ
εσύ
θα αρνηθείς
αυτός
θα αρνηθεί
εμείς
θα αρνηθούμε
εσείς
θα αρνηθείτε
αυτοί
θα αρνηθούν

Примеры

Αρνείται ότι είδε τίποτα εκείνη τη νύχτα.
Она отрицает, что видела что-нибудь в ту ночь. · She denies that she saw anything that night.
Του αρνήθηκαν την άδεια για να ταξιδέψει.
Ему отказали в разрешении на путешествие. · They refused him permission to travel.
Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι έχει δίκιο.
Не могу отрицать, что он прав. · I cannot deny that he is right.
Αρνούνταν να μας δώσουν περισσότερες πληροφορίες.
Они отказывались дать нам больше информации. · They refused to give us more information.