Греческий словарь
с грамматикой

αρνιέμαι

[arˈnʝeme]глаголB1

Значения

1
отрицать, отвергать (что-либо); говорить, что это не так
deny, refuse; say that something is not true · αρνιέται ότι είναι ένοχος — он отрицает, что виноват
2
отказывать (в чём-либо); не давать
refuse, deny (something to someone); withhold · του άρνησε την βοήθεια — она ему отказала в помощи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρνιέμαι
εσύ
αρνιέσαι
αυτός
αρνιέται
εμείς
αρνιόμαστε
εσείς
αρνιέστε
αυτοί
αρνιούνται
Аорист
εγώ
αρνήθηκα
εσύ
αρνήθηκες
αυτός
αρνήθηκε
εμείς
αρνηθήκαμε
εσείς
αρνηθήκατε
αυτοί
αρνήθηκαν
Будущее
εγώ
θα αρνηθώ
εσύ
θα αρνηθείς
αυτός
θα αρνηθεί
εμείς
θα αρνηθούμε
εσείς
θα αρνηθείτε
αυτοί
θα αρνηθούν

Примеры

Ο μάρτυρας αρνήθηκε να μιλήσει.
Свидетель отказался говорить. · The witness refused to speak.
Αρνιέται ότι γνωρίζει τον άνδρα.
Она отрицает, что знает этого человека. · She denies knowing that man.
Του άρνησαν την είσοδο στο κτίριο.
Ему отказали в доступе в здание. · They denied him entry to the building.
Δεν θα αρνηθώ την αλήθεια.
Я не буду отрицать правду. · I will not deny the truth.