Греческий словарь
с грамматикой

αρμόζω

[arˈmozo]глаголB1

Значения

1
подходить, соответствовать
to fit, to suit, to be appropriate · αυτό αρμόζει σε εσένα — это подходит тебе
2
приличествовать, подобает
to befit, to be proper or becoming · δεν αρμόζει να μιλάς έτσι — не подобает так говорить
3
совпадать, согласовываться
to harmonise, to accord with · τα χρώματα αρμόζουν καλά — цвета хорошо согласуются

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρμόζω
εσύ
αρμόζεις
αυτός
αρμόζει
εμείς
αρμόζουμε
εσείς
αρμόζετε
αυτοί
αρμόζουν
Аорист
εγώ
άρμοσα
εσύ
άρμοσες
αυτός
άρμοσε
εμείς
αρμόσαμε
εσείς
αρμόσατε
αυτοί
άρμοσαν
Будущее
εγώ
θα αρμόσω
εσύ
θα αρμόσεις
αυτός
θα αρμόσει
εμείς
θα αρμόσουμε
εσείς
θα αρμόσετε
αυτοί
θα αρμόσουν

Примеры

Το κόκκινο φόρεμα σου αρμόζει πολύ.
Твоё красное платье тебе очень идёт. · Your red dress suits you very well.
Αυτή η συμπεριφορά δεν αρμόζει σε ένα παιδί.
Такое поведение не подобает ребёнку. · This behaviour is not becoming in a child.
Τα δύο αυτά χρώματα αρμόσαν τέλεια στο σχέδιό του.
Эти два цвета идеально согласовались в его дизайне. · These two colours harmonised perfectly in his design.
Δεν αρμόζει να ρωτάς τέτοια ερωτήματα.
Неуместно задавать такие вопросы. · It is improper to ask such questions.