αρμονίζω
[armoˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
гармонировать, звучать в гармонии
to harmonize, to be in harmony · οι φωνές αρμονίζουν — голоса гармонируют
2
согласовывать, приводить в соответствие
to coordinate, to reconcile, to match · αρμονίζει τα χρώματα — согласует цвета
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρμονίζω
εσύ
αρμονίζεις
αυτός
αρμονίζει
εμείς
αρμονίζουμε
εσείς
αρμονίζετε
αυτοί
αρμονίζουν
Аорист
εγώ
αρμόνισα
εσύ
αρμόνισες
αυτός
αρμόνισε
εμείς
αρμονίσαμε
εσείς
αρμονίσατε
αυτοί
αρμόνισαν
Будущее
εγώ
θα αρμονίσω
εσύ
θα αρμονίσεις
αυτός
θα αρμονίσει
εμείς
θα αρμονίσουμε
εσείς
θα αρμονίσετε
αυτοί
θα αρμονίσουν
Примеры
Οι μουσικές νότες αρμονίζουν άψογα.
Музыкальные ноты прекрасно гармонируют. · The musical notes harmonize beautifully.
Πρέπει να αρμονίσουμε τις απόψεις μας.
Нам нужно согласовать наши взгляды. · We need to reconcile our views.
Αρμόνισε το γαλάζιο με το λευκό χρώμα.
Он согласовал синий с белым цветом. · She coordinated the blue with the white color.
Αυτά τα στοιχεία αρμονίζονται καλά στο σχέδιο.
Эти элементы хорошо согласуются в проекте. · These elements coordinate well in the design.