αρμοδιότητα
[armoðiˈotita]существительноеη · женский родB1
Значения
1
компетенция, ведение, сфера деятельности
responsibility, authority, competence, jurisdiction · η αρμοδιότητα του υπουργείου — ведение министерства
2
обязанность, ответственность
duty, obligation · είναι αρμοδιότητά του — это его обязанность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αρμοδιότητα
вин.
την αρμοδιότητα
род.
της αρμοδιότητας
зват.
αρμοδιότητα
Мн. ч.
им.
οι αρμοδιότητες
вин.
τις αρμοδιότητες
род.
των αρμοδιοτήτων
зват.
αρμοδιότητες
Примеры
Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου είναι σαφής.
Ведение суда абсолютно ясно. · The court's jurisdiction is clear.
Αυτό δεν είναι αρμοδιότητά μας.
Это не входит в нашу компетенцию. · That's not within our remit.
Οι αρμοδιότητες κάθε υπουργείου καθορίζονται νομοθετικά.
Сфера деятельности каждого министерства определяется законодательно. · The responsibilities of each ministry are defined by law.
Η τήρηση της τάξης είναι αρμοδιότητα της αστυνομίας.
Соблюдение порядка входит в ведение полиции. · Maintaining order is the responsibility of the police.