Греческий словарь
с грамматикой

αρκώ

[arˈko]глаголA2

Значения

1
быть достаточным, хватать
to be enough, to suffice · αυτά τα χρήματα αρκούν — этих денег хватает
2
удовлетворять, устраивать
to satisfy, to be acceptable to someone · αυτό δεν αρκεί σε μένα — это меня не устраивает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρκώ
εσύ
αρκείς
αυτός
αρκεί
εμείς
αρκούμε
εσείς
αρκείτε
αυτοί
αρκούν
Аорист
εγώ
άρκεσα
εσύ
άρκεσες
αυτός
άρκεσε
εμείς
αρκέσαμε
εσείς
αρκέσατε
αυτοί
άρκεσαν
Будущее
εγώ
θα αρκέσω
εσύ
θα αρκέσεις
αυτός
θα αρκέσει
εμείς
θα αρκέσουμε
εσείς
θα αρκέσετε
αυτοί
θα αρκέσουν

Примеры

Δύο ώρες αρκούν για το ταξίδι.
Двух часов достаточно для путешествия. · Two hours are enough for the trip.
Αυτό το ποσό αρκεί για να αγοράσεις ένα αυτοκίνητο;
Этой суммы хватит, чтобы купить машину? · Is this amount enough to buy a car?
Η απάντησή του δεν άρκεσε στον καθηγητή.
Его ответ не устроил учителя. · His answer did not satisfy the teacher.
Αρκούσε απλώς να κλείσει το παράθυρο.
Достаточно было просто закрыть окно. · It was just enough to close the window.